Blog

Διαβάστε άρθρα σχετικά με ψυχολογία, συμβουλευτική, ψυχοθεραπεία!

Stress teens

Ομάδες Διαχείρισης Άγχους για Εφήβους

Το Κέντρο Ψυχονόησης ανακοινώνει την έναρξη νέου κύκλου «Ομάδων Διαχείρισης Άγχους για Εφήβους».

Οι ομάδες έχουν στόχο να βοηθήσουν τους εφήβους να διαχειριστούν αποτελεσματικά το άγχος που βιώνουν στη καθημερινότητα τους.

Θέματα που περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

  • Ψυχοεκπαίδευση για το άγχος (τι είναι το άγχος, τι αποσκοπεί, κτλ)
  • Εντοπισμός αυτόματων σκέψεων
  • Τεχνικές χαλάρωσης
  • Αυτοπαρατήρηση και αυτορρύθμιση
  • Δεξιότητες ενσυνειδητότητας (mindfulness)
  • Αναγνώριση και έκφραση άλλων συναισθημάτων

 

Η ομάδα θα είναι κλειστή και δεν θα μπορούν να ενταχθούν νέα μέλη μετά τη δεύτερη συνάντηση.

 

Έναρξη Ομάδων: 6 Ιουνίου 2017

Διάρκεια Ομάδων: 4 Συναντήσεις

Κόστος: 50 ευρώ για όλες τις συναντήσεις

Ημέρα και Ώρα: Τρίτη, 6:00-7:30μμ. (η ώρα συνάντησης μπορεί να διαμορφωθεί ανάλογα με τις ανάγκες της ομάδας μετά την πρώτη συνάντηση)

Ηλικίες: 14 – 17 ετών

 

Η δήλωση συμμετοχής είναι απαραίτητη και μπορεί να γίνει το αργότερο μέχρι τις 31/5/2017. Ο αριθμός των θέσεων είναι περιορισμένος.

Υπό τον Συντονισμό και την Επιστημονική Επιμέλεια του Συμβουλευτικού Ψυχολόγου του Κέντρου.

Για περισσότερες πληροφορίες και εγγραφές μπορείτε να επικοινωνείτε στο τηλέφωνο 99669173 ή στο info@psychonoisis.org 

Children_groups

Ομάδες Συναισθηματικής Αγωγής και Ανάπτυξης Κοινωνικών Δεξιοτήτων για Παιδιά

Το Κέντρο Ψυχονόησης και το Attachment Parenting Cyprus ανακοινώνουν την έναρξη νέου θερινού κύκλου «Ομάδων Συναισθηματικής Αγωγής και Ανάπτυξης Κοινωνικών Δεξιοτήτων για Παιδιά».

 

Οι ομάδες έχουν στόχο να αναπτύξουν στα παιδιά:

  • Την Αυτογνωσία
  • Την Διαπροσωπική & την κοινωνική τους επάρκεια
  • Την Αυτονομία
  • Τον Σεβασμό – προς εαυτό και άλλους
  • Την Ενσυναίσθηση – δηλαδή τη κατανόηση του πως μπορεί να νιώθουν οι άλλοι
  • Την Ψυχική ανθεκτικότητα – ικανότητα αντίστασης

 

Μέσα από ομαδικές βιωματικές ασκήσεις,  παιγνίδια ρόλων, στοχευμένες ιστορίες, τεχνικές παιγνιοθεραπείας, τεχνικές γνωσιο-συμπεριφορικής θεραπείας κλπ, τα εργαστήρια στοχεύουν στο να εξοπλίσουν τα παιδιά με πολύτιμα εργαλεία για:

  • Βελτίωση της επικοινωνίας με τους άλλους
  • Την Αναγνώριση, Έκφραση & Διαχείριση συναισθημάτων
  • Επίλυση προβλημάτων/ συγκρούσεων στο σχολείο και στο σπίτι
  • Διαχείριση άγχους και αρνητικών συναισθημάτων
  • Αντιμετώπιση εκφοβισμού

 

Έναρξη Ομάδων: Ιούνιος 2017

Διάρκεια Ομάδων: 5 Συναντήσεις

Κόστος: 60 ευρώ για όλες τις συναντήσεις

Ημέρα και Ώρα: Τρίτη, 4:00-5:00μμ.

Ηλικίες Παιδιών: 6 – 10 ετών

Μέγιστος αριθμός ανά ομάδα: 4 παιδιά

 

Υπό την Επιστημονική Επιμέλεια του Συμβουλευτικού Ψυχολόγου του Κέντρου.

Για περισσότερες πληροφορίες και εγγραφές μπορείτε να επικοινωνείτε στο τηλέφωνο 99669173

 

tantrums

Tantrum: Ο φόβος των γονέων

Ξεσπάσματα θυμού, κρίσεις υστερίας, επιθετικές αντιδράσεις ή πείσματα και «θέατρο» επειδή θέλει να περάσει το δικό του; Ο κάθε γονιός δίνει τη δική του ερμηνεία στο απότομο και αναπάντεχο, σύμφωνα με τον ίδιο, συχνά βίαιο ξέσπασμα που ενίοτε καταλαμβάνει το νήπιο, και τον αφήνει ενεό, να προσπαθεί να βγάλει άκρη και να διαχειριστεί την κατάσταση. Τα tantrum τα συναντάμε συχνά στην πρώτη νηπιακή ηλικία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν συνεχίζουν και ως την παιδική ηλικία του παιδιού, ιδιαίτερα όταν ο γονέας αδυνατεί να αντιδράσει ή τα ενσωματώσει στον τρόπο επικοινωνίας του με το παιδί. Πολύ εύστοχος ο αμερικάνικος χαρακτηρισμός των tantrum , ως “terrible twos, horrible threes”, δίνει το ηλικιακό εύρος που απαντώνται συχνότερα, καθώς και την επιδείνωση της κατάστασης όσο οι γονείς αδυνατούν να τα αντιμετωπίσουν.

Τι είναι το tantrum;

Καταρχήν, ας ορίσουμε τι ακριβώς είναι το tantrum. Η εκάστοτε αντίδραση του παιδιού σε κάθε δική μας οδηγία, πρόταση ή πράξη, δεν είναι tantrum. Όπως επίσης, και το κάθε ξέσπασμα θυμού ή κλάματος. Για να ορίσουμε κάποιο θερμό επεισόδιο ως tantrum πρέπει να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε την κλιμάκωση των συναισθημάτων του παιδιού. Πολύ συχνά μια απλή άρνηση του γονέα θα πυροδοτήσει την αντίδραση του νηπίου, αλλά χρειάζεται να εξακολουθήσει η αρνητική στάση του γονέα ώστε να εξελιχθεί σε tantrum, δηλαδή το παιδί να φτάσει σε κατάσταση υστερίας. Όσο συχνότερα επαναλαμβάνονται τέτοια επεισόδια, τόσο πιο εύκολα θα κορυφώνεται η εκάστοτε κρίση και θα εξελίσσονται τα ξεσπάσματα θυμού. Τόσο πιο εύκολα το παιδί θα παθαίνει υστερικό επεισόδιο σε κάθε αφορμή.

Σημάδια πως αντιμετωπίζουμε tantrum είναι συνήθως το νήπιο να ουρλιάζει, να κλαίει μέχρι υστερίας, να ξαπλώνει στο πάτωμα, να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο, να χτυπάει μανιωδώς τον γονέα ή κάποιο αντικείμενο, να αδυνατεί να ακούσει το οτιδήποτε εκείνη τη στιγμή. Επίσης, το tantrum χαρακτηρίζεται από την ξαφνική έλευση του, τη χρονική διάρκεια του και τη βιαιότητα του. Η αφορμή μπορεί να είναι απλή. Τόσο απλή, όπως το να πάρει κάτι ο γονέας από τα χέρια του παιδιού, να του βάλει το νερό που μόλις ζήτησε στο λάθος μπλε ποτήρι ή να του βάλει τις κάλτσες. Όμως, υποκρύπτει συνήθως βαθύτερες αιτίες, όπως γενικότερη αδιαφορία του γονέα στα θέλω του παιδιού, μη αποδοχή των συναισθηματικών του αναγκών του, ένα παιδί που δεν έχει αρκετό χώρο στη λήψη απλών, συμβατών με την ηλικία του αποφάσεων που αφορούν το ίδιο, ένα γονέα καταπιεστικό, περισσότερο στο ρόλο του ηγέτη παρά του καθοδηγητή, παρεμβατικό στην αυτο-οριοθέτηση του παιδιού, ή ένα γονέα υπερβολικά υποχωρητικό, που έχει δώσει στο παιδί ευθύνες ασύμβατες με την ηλικία του.

Δεύτερον, ας δούμε πόσο φυσιολογικό είναι να συμβαίνει, ιδιαίτερα στις ηλικίες 2 – 3 ετών. O λόγος είναι ακόμη ιδιαίτερα περιορισμένος, με αποτέλεσμα το νήπιο να μην μπορεί να περιγράψει επιτυχώς τα θέλω του, οι γονείς να αδυνατούν να καταλάβουν και το νήπιο να αισθάνεται απογοητευμένο, θλιμμένο και συγχυσμένο, κι επομένως να αντιδρά αυθόρμητα και βίαια, με χειρονομίες ή ουρλιαχτά, αφού η λεκτική επικοινωνία του είναι ανεπαρκής. Επιπλέον, σε αυτές τις ηλικίες ο εγκέφαλος του παιδιού δεν είναι ακόμη σχηματισμένος πλήρως. Τα φυσικά ένστικτα και μέρη του εγκεφάλου όπως η αμυγδαλή, που είναι πλήρως σχηματισμένα, αναλαμβάνουν τον πρώτο ρόλο στις αντιδράσεις, ενώ άλλα, όπως οι μετωπιαίοι λοβοί και ο προμετωπιαίος φλοιός, υπεύθυνα για τον έλεγχο των παρορμήσεων και την εμπρόθετη συμπεριφορά, αργούν ακόμη να σχηματιστούν.

Ωστόσο, όσο φυσικό και βιολογικά αναμενόμενο είναι να υπάρχουν αυτές οι αντιδράσεις στις νηπιακές ηλικίες, ας σημειώσουμε πως δεν αποτελούν αναπτυξιακό στάδιο, δηλαδή δεν είναι μια κατάσταση που θα αντιμετωπίσουν ούτως ή άλλως όλοι οι γονείς. Σε μεγάλο ποσοστό η εμφάνιση των tantrum έχει να κάνει με τη σύνδεση που υπάρχει με τον γονέα, το δεσμό του με το παιδί, και τη διάθεση του να ακούσει, να συνεργαστεί και να ασχοληθεί να βρει τον λόγο της εκάστοτε αντίδρασης του παιδιού, και όχι απλώς να σταματήσει το tantrum ή να αποφύγει την εκάστοτε αφορμή του ξεσπάσματος.

Λανθασμένες Συμβουλές

– Αγνόησέ το.
– Της ηλικίας είναι, θα περάσει.
– Χρειάζεται όρια.
– Αν δεν το τιμωρήσεις, θα σε κάνει ό,τι θέλει.
– Ε αφού το θέλει τόσο, δώστου το, να ησυχάσουμε.
– Πείσματα κάνει, για να περάσει το δικό του.

Η παραφιλολογία γύρω από την αντιμετώπιση των tantrum ποικίλλει,

και συνήθως κατευθύνεται από τον ενδόμυχο φόβο κάθε γονέα:

μη γίνει το παιδί του κακομαθημένο…

Το να αγνοήσεις ένα παιδί που βρίσκεται σε κρίση, απλώς του δείχνει πως κανείς δεν ενδιαφέρεται για αυτό και τις επιθυμίες του. Αν ο γονέας μείνει μόνο στην εντύπωση πως είναι φυσιολογική η κρίση που περνάει το παιδί του, δεν το βοηθά να μάθει να αντιμετωπίζει τα συναισθήματά του. Τα όρια, ένα ανεξάντλητο κεφάλαιο συζήτησης μεταξύ των ψυχολόγων, μαθαίνονται καλύτερα μέσω της μίμησης γονεϊκών συμπεριφορών, επομένως, έχει ιδιαίτερη σημασία η στάση του γονέα κατά τη διάρκεια ενός tantrum. Η τιμωρία επίσης δεν έχει νόημα, καθώς σε αυτήν την ηλικία (2-3) τα παιδιά δεν μπορούν να συνδέσουν την πράξη τους με την τιμωρία, και επομένως να διδαχθούν κάτι από αυτήν την τακτική. Ακόμη, το να καλύπτεται κάθε επιθυμία του παιδιού, ώστε να σταματήσει το ξέσπασμα, δεν προσφέρει τίποτα απολύτως στο παιδί, καθώς έτσι ο γονέας απαρνείται τη γονεϊκή του ευθύνη, αναθέτει στο παιδί ηγετικό ρόλο, μπερδέυοντάς το, και αναπτύσσεται μια χειριστική σχέση μεταξύ τους. Αν πάλι η έκρηξη του παιδιού αντιμετωπίζεται ως θέατρο ή πείσμα, τη στιγμή που εκείνο βιώνει μια πραγματική στιγμή κατάρρευσης, ο σπασμωδικός θυμός του θα φτάσει να ορίζει τη συμπεριφορά του απέναντί στον γονέα.

Σε κάθε περίπτωση απειλείται ο δεσμός γονέα – παιδιού. Η ασφάλεια του παιδιού διαταράσσεται, η εμπιστοσύνη προς τον γονέα δέχεται πλήγμα, ενώ το παιδί, όντας το ίδιο ανώριμο να αντιμετωπίσει την έκρηξη των συναισθημάτων του, νιώθει μοναξιά, απόγνωση, φόβο, με συχνό αποτέλεσμα τα ξεσπάσματα να αυξάνονται και να χειροτερεύουν, με αποκορύφωμα να απειλούν πλέον την αρμονία της οικογένειας. Φυσικά και υπάρχουν περιπτώσεις, κι αρκετές μάλιστα, όπου κάποια από αυτές τις συμβουλές μπορεί να λειτουργήσει και το νήπιο να σταματήσει τα ξεσπάσματα. Όμως, τα αποτελέσματα, όσο κι αν είναι άμεσα, είναι παροδικά, η αληθινή αιτία παραμένει κρυμμένη, και η ευκαιρία να βοηθηθεί το παιδί να αναπτύξει τόσο τις εγκεφαλικές διεργασίες, όσο και το δεσμό του με τον γονέα, χάνεται.

Ξαναβρίσκοντας τις ισορροπίες

Αντιμετωπίζοντας τα βίαια αυτά ξεσπάσματα μαζί με το παιδί μας, του δείχνουμε πως είμαστε δίπλα του, συμπαραστάτες σε κάθε του βήμα. Κάθε συναίσθημα είναι αποδεκτό και φυσιολογικό. Του δείχνουμε πώς να αντιμετωπίζει τις ματαιώσεις του και να χειρίζεται αποτελεσματικά την απώλεια και τη λύπη. Του μαθαίνουμε, μιμητικά, πως υπάρχει κι άλλος δρόμος αντιμετώπισης, εκτός από τις φωνές, τις χειρονομίες και τη βία.

Σε απλά βήματα:

Αποβάλλω τυχαίες σκέψεις (τι έπαθε πάλι, όλοι μας κοιτάνε, μα γιατί χτυπιέται κλπ) .
Παραμένω δίπλα στο παιδί ήρεμος, δεκτικός, και συντονίζομαι με τη συναισθηματική του κατάσταση. Διατηρώ χαλαρή στάση.
Πλησιάζω το παιδί, ερχόμενος στο ύψος του, ώστε να αποκτήσω βλεμματική επαφή.
Διαβάζω την ανάγκη του παιδιού για σωματική επαφή.Αγγίζω το παιδί απαλά, μόνο αν το ίδιο θέλει. Κάποια παιδιά θέλουν αγκαλιά για να ηρεμήσουν, ενώ άλλα προτιμούν να έχουν τον χώρο τους. Αν το παιδί φωνάζει να φύγω, βρίσκομαι σε απόσταση, διατηρώντας, όμως, τη βλεμματική επαφή. Συνήθως το «φύγε, δε σε θέλω» σημαίνει «σε έχω ανάγκη, μείνε κοντά μου».
Διατηρώ ανοιχτά τα χέρια μου, ήρεμη τη φωνή μου. Προσέχω τη στάση σώματός μου, να εμπνέει ασφάλεια και όχι φόβο.
Αποδέχομαι πλήρως το συναίσθημά του.
Αν το παιδί έχει καλή λεκτική επικοινωνία, το αφήνω να μιλήσει πρώτο.
Αν όχι, του κάνω ερωτήσεις που διευκολύνουν την επικοινωνία, χωρίς όμως να βγάζω συμπεράσματα.
Απευθύνομαι στο συναισθηματικό κομμάτι του παιδιού, κι όχι στο λογικό.
Βοηθάω το παιδί να διαχειριστεί το θυμό του, δείχνοντάς του το δρόμο, για παράδειγμα, ζητάω να με κοιτάξει στα μάτια, να πάρει βαθιά ανάσα.
Μόλις επέλθει η ηρεμία, μπορώ να συζητήσω μαζί του σε λογικό επίπεδο.
Αφήνω το παιδί να προτείνει λύση στο ενδεχόμενο πρόβλημα.
Μετά το πέρας της κρίσης, μπορώ να του δείξω εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης του θυμού.

Προς αποφυγή:

Αποφεύγω λέξεις κι εκφράσεις που μπλοκάρουν το συναίσθημα του παιδιού , όπως το «γιατί» και το «μην», καθώς και τους χαρακτηρισμούς (πχ, «είσαι κακό παιδί») , καθώς και απειλητικές χειρονομίες, όπως το κούνημα του δάκτυλου, τα χέρια στη μέση, κλπ.
Αποφεύγω την αναφορά σε λογικές εξηγήσεις. Εκείνη την ώρα επικρατεί το συναίσθημα. Το παιδί, λοιπόν, δεν το ενδιαφέρει να ακούσει την εξήγηση, αλλά να γίνει κατανοητό το συναίσθημά του.
Δεν πανικοβάλλομαι, δεν αποφεύγω την επαφή μου με το συναίσθημα του παιδιού, δεν θυμώνω, ούτε διατηρώ αμυντική στάση.
Δεν ενδίδω στο θέλω του παιδιού, μόνο και μόνο για να σταματήσει, ιδιαίτερα όταν το θέλω του αφορά ενήλικη ευθύνη , σχετική με την ασφάλεια του, την υγεία του, τη διατροφή του, κ.α. Φυσικά και αναθεωρώ τη στάση μου, όταν αφορά απλά ζητήματα , όπως το τι θα φορέσει, ποιο πιάτο θα προτιμήσει κλπ, καθώς έτσι αναπτύσσεται η κριτική ικανότητα του παιδιού και αισθάνεται κύριος των αποφάσεων που αφορούν το ίδιο.
Δεν εξαναγκάζω το παιδί σε απομάκρυνση ή σωματική επαφή, χωρίς το ίδιο να θέλει.
Αποφεύγω τα πολλά λόγια κι εξηγήσεις. Συχνά, το νήπιο ηρεμεί απλά και μόνο από την ήρεμη και δεκτική παρουσία σας.

Τα συναισθηματικά ξεσπάσματα ενός παιδιού είναι αναμενόμενα και θα πρέπει να γίνονται κατανοητά από τον ενήλικα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα μείνει άπραγος παρατηρητής. Τουναντίον, είναι υποχρέωσή του να βοηθήσει το παιδί να ερμηνεύσει τα συναισθήματά του και να σταθεί δίπλα του, δείχνοντας του πώς να τα διαχειριστεί. Όσο η επαφή με το συναισθηματικό κόσμο του παιδιού θα αυξάνεται, τόσο θα μειώνονται τέτοιου είδους περιστατικά και θα ενισχύεται ο δεσμός με τον γονέα.

Αντιδράσεις φυσικά και θα συνεχίσουν να υπάρχουν- είναι άλλωστε επιθυμητές και διδακτικές- αλλά δεν θα περιλαμβάνουν βιαιότητα, ψυχική κατάρρευση, υστερική κρίση. Η ευθύνη του γονέα δε συνίσταται στο να έχει ένα υπάκουο, πλήρως συνεργάσιμο και χαρούμενο παιδί, αλλά στο να δημιουργήσει έναν ολοκληρωμένο, ώριμο και έτοιμο να ανταπεξέλθει στην εκάστοτε δυσκολία ενήλικα.Έτσι κάθε κρίση του παιδιού είναι μια κεκαλυμμένη ευκαιρία για περαιτέρω συμβολή στη ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη.

 

 

Πήγη
twinsb-650x433

Ασφαλή Συν-κοίμηση

Μια από τις πιο συνηθισμένες ερωτήσεις που μπορεί να δεχτεί ένας νέος γονιός είναι αν το μωρό του κοιμάται καθ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Η αλήθεια όμως είναι ότι τα περισσότερα μωρά δεν κοιμούνται όλη τη νύχτα, και πως ακόμη και το βράδυ έχουν ανάγκες όπως και κατά τη διάρκεια της μέρας. Για παράδειγμα μπορεί να ξυπνήσουν επειδή πεινούν, μπορεί να νιώθουν μοναξιά, να φοβούνται, να κρυώνουν ή να ζεσταίνονται. Εκείνη τη στιγμή που ξυπνάνε χρειάζονται να έχουν κοντά τους ένα στοργικό γονέα που θα ανταποκριθεί στις ανάγκες τους και θα κάνει το παιδί να νιώσει ασφαλές κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τα παιδία περνούν από διάφορα στάδια, υπάρχουν φάσεις όπου κοιμούνται κατά το μεγαλύτερο διάστημα της νύχτας και άλλες όπου μπορεί να ξυπνούν δύο και τρείς φορές. Αυτό οφείλεται στα διάφορα αναπτυξιακά στάδια από τα οποία περνά το μωρό. Άλλοι λόγοι για τους οποίους μπορεί ένα μωρό να ξυπνά τη νύχτα είναι οι εφιάλτες, η οδοντοφυΐα, κάποια ασθένεια, κάποια αλλαγή στη καθημερινότητα τους, κτλ. Τα μωρά είναι πολύ ευαίσθητα στο στρες των γονέων τους, κάτι που επίσης μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις συνήθειες ύπνου τους.

Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν τα παιδία τους να μάθουν ότι η ώρα για ύπνο είναι μια ώρα όπου ρίχνουμε τους τόνους, ηρεμούμε, και δημιουργούμε ένα ασφαλές περιβάλλον στο οποίο τα παιδία να μπορέσουν να κοιμηθούν.

Οι γονείς που μπορεί να είναι κουρασμένοι από τα συχνά ξυπνήματα ή που να έχουν έλλειψη ύπνου οι ίδιοι, πιθανόν να μπουν στο πειρασμό να δοκιμάσουν τεχνικές εκπαίδευσης ύπνου. Οι τεχνικές αυτές συστήνουν να αφήνουν οι γονείς τα μωρά να κλαίνε όταν ξυπνήσουν, ή και όταν τα βάζουν για ύπνο,  για να τα «διδάξουν»  πως να «αυτό-καλμάρονται» και να σταματήσουν να κλαίνε. Νέες έρευνες δείχνουν ότι αυτές οι τεχνικές μπορεί να έχουν επιβλαβή αποτελέσματα στη φυσιολογία του μωρού λόγο της αύξησης της κορτιζόλης (ορμόνη του στρες) στον εγκέφαλο, με πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη συναισθηματική του ρύθμιση, τις συνήθειες ύπνου και της συμπεριφοράς του. Ένα βρέφος δεν είναι νευρολογικά ή αναπτυξιακά ικανό να ηρεμήσει ή να καταπραΰνει τον εαυτό του για να κοιμηθεί με έναν τρόπο που να είναι υγιές. Το τμήμα του εγκεφάλου που βοηθά στο να δημιουργηθεί αυτή η ικανότητα δεν έχει αναπτυχθεί έως ότου το παιδί είναι 2 ½  έως 3 ετών. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ένα παιδί εξαρτάται από τους γονείς του στο να το βοηθήσουν να ηρεμήσει και επίσης να του μάθουν πως να ρυθμίζει τα έντονα συναισθήματά του. Ως εκ τούτου, η Attachment Parenting Cyprus (APCy) δεν υποστηρίζει την εκπαίδευση ύπνου στα παιδία, επειδή με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά δεν ανταποκρίνονται οι γονείς στις βαθύτερες ανάγκες του παιδιού, προκαλώντας του έτσι αχρείαστο στρες με αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη του. Δηλαδή, με την εκπαίδευση ύπνου, ένα μωρό μπορεί να μάθει να κοιμάται μόνο του αλλά με συνέπεια να εσωτερικεύει το άγχος και το στρες που βιώνει και ως αποτέλεσμα να παραιτείται από την ανάγκη του για επαφή και κοντινότητα με τους γονείς. Ως γονείς καλό θα ήταν να αποφασίσετε αν αυτό είναι που θα θέλατε για το παιδί σας ή αν πιο σημαντική είναι η υγιής ανάπτυξη του (πνευματική, ψυχολογική, αλλά και σωματική) καθώς και να νιώθει ασφαλές και να σας εμπιστεύεται.

Η API και κατ’ επέκταση η Attachment Parenting Cyprus (APCy) ενθαρρύνει τους γονείς να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των παιδιών τους κατά τη διάρκεια της νύχτας ακριβώς όπως κάνουν και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι γονείς ενθαρρύνονται επίσης να διερευνήσουν την ποικιλία των διαφορετικών διευθετήσεων σχετικά με τον ύπνο του μωρού (π.χ. συν-κοίμηση*), και να επιλέξουν τη προσέγγιση που τους επιτρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του μωρού κατά τη διάρκεια της νύχτας όσο το δυνατό σε μεγαλύτερο βαθμό. Είναι καλό να γνωρίζουμε ότι οι ανάγκες των βρεφών ποικίλουν, και ότι ως γονείς πρέπει να παραμένουμε ευέλικτοι και να καταλάβουμε ότι αναπτυξιακά είναι πολύ φυσιολογικό τα βρέφη/παιδία να ξυπνούν κατά τη διάρκεια της νύχτας, είτε επειδή θέλουν να φάνε, είτε επειδή έχουν ανάγκη από μια στοργική αγκαλιά.

*Τι είναι η συν-κοίμηση;

Συν-κοίμηση είναι όταν το βρέφος κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με τους γονείς, σε κοντινή απόσταση από το κρεβάτι τους (π.χ. σε παιδικό κρεβατάκι με τρεις τοίχους και με την τέταρτη πλευρά να παραμένει ανοιχτή από τη πλευρά του κρεβατιού των γονιών ή σε μια καλάθα με βάση) ή ακόμη και στο ίδιο κρεβάτι. Παρόλα αυτcullaά, η έννοια της συν-κοίμησης δεν είναι ταυτόσημη με το μοίρασμα του ιδίου κρεβατιού. Το Attachment Parenting υποστηρίζει την ασφαλή συν-κοίμηση, εφόσον τηρούνται οι απαραίτητοι κανόνες ασφαλείας. Εννοείτε ότι οι γονείς θα πρέπει να αξιολογούν τις ιδιαίτερες συνθήκες και καταστάσεις αυτών και των παιδιών τους, έτσι ώστε να είναι σε θέση να επιλέξουν ή και να προσαρμόζουν την καλύτερη πρακτική για αυτούς. Γονείς οι οποίοι συν-κοιμούνται με τα παιδία τους αναφέρουν ότι και οι ίδιοι καταφέρνουν να κοιμούνται περισσότερο, αλλά και τα παιδία τους απολαμβάνουν την ασφάλεια και τη ζεστασιά κι έτσι κλαίνε λιγότερο. Επίσης οι γονείς αναφέρουν ότι με αυτό το διακανονισμό ενισχύεται και η πρακτική του θηλασμού, καθώς και ο συναισθηματικός δεσμός ανάμεσα στους γονείς και το παιδί.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι γονείς να είναι ενημερωμένοι για τις σχετικές έρευνες που αφορούν τη πρακτική της συν-κοίμησης, καθώς και πως να την εφαρμόζουν χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του παιδιού. Σχετική βιβλιογραφία, όπως επίσης και οδηγό για ασφαλή συν-κοίμηση, μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της API.  Επιπλέον, χρήσιμες οδηγίες για την ασφαλή συν-κοίμηση παραθέτει και ο Dr. James McKenna, καθηγητή Βιολογικής Ανθρωπολογίας και συντονιστή του Εργαστηρίου για τον ύπνο μητέρας-μωρού, στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου Notre Dame.

 

 

Μετάφραση, προσαρμογή και συγγραφή κειμένου:

Ιφιγένεια Παύλου Ηρακλέους, MSc

Σύμβουλος-Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεύτρια

 

 

Πηγές:
API
University of Notre Dame
bigstock-Frustrated-Depression-Man-In-T-166612904

«Ας μιλήσουμε για τη κατάθλιψη: τι πρέπει να γνωρίζουμε»

Γράφει η Ιφιγένεια Παύλου Ηρακλέους, Γνωσική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεύτρια

 

Στην καθημερινότητα χρησιμοποιείται ο όρος κατάθλιψη όταν κάποιος θέλει να περιγράψει μια κατάσταση θλίψης και μελαγχολίας, κάτι που συνήθως είναι παροδικό και πιθανόν να οφείλεται σε κάτι σχετικά επουσιώδες. Αυτή η θλίψη διαφέρει από την μείζων καταθλιπτική διαταραχή κατά πολύ και όπως μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω υπάρχουν αρκετά κριτήρια για να διαγνωστεί ένα άτομο με τη διαταραχή αυτή. Η κλινική κατάθλιψη έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο τόσο στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή των ασθενών (προκαλώντας σοβαρές λειτουργικές βλάβες), όσο και στις ζωές των οικογενειών τους. Φέτος, η Παγκόσμια Ημέρα Υγείας (2017), η οποία γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 7 Απριλίου, είναι αφιερωμένη στην κατάθλιψη, με κεντρικό μήνυμα το «Ας μιλήσουμε» (Lets Talk). Η κατάθλιψη είναι τώρα η κύρια αιτία κακής υγείας και αναπηρίας στον κόσμο, όπως ανακοίνωσε πρόσφατα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.), με περισσότερους από 300 εκατομμύρια ανθρώπους να υποφέρουν από αυτή την ασθένεια. Το ποσοστό της κατάθλιψης αυξήθηκε κατά περισσότερο από 18% από το 2005, και αυτό πιθανόν να οφείλεται στην έλλειψη μέριμνας και υποστήριξης για την ψυχική υγεία από τους αρμόδιους οργανισμούς/φορείς. Επιπλέον, ο φόβος για το στίγμα της ασθένειας οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να μην αναζητούν τη θεραπεία που χρειάζονται προκειμένου να ζήσουν υγιείς, παραγωγικές ζωές.

Για να διαγνωστεί ένα άτομο με μείζον καταθλιπτική διαταραχή, θα πρέπει να πληροί κάποια κριτήρια που έχουν καθοριστεί από την Αμερικάνική Ψυχιατρική Εταιρεία.

Ένα μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο θα πρέπει να έχει πέντε ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα, να είναι παρόντα κατά την περίοδο 2 εβδομάδων και να αντιπροσωπεύουν μια αλλαγή από την προηγούμενη λειτουργία του ατόμου. Τουλάχιστον ένα από τα συμπτώματα θα πρέπει να είναι είτε η καταθλιπτική διάθεση ή η απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι συμπτώματα τα οποία οφείλονται σε μια γενική ιατρική πάθηση, όπως παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις δεν περιλαμβάνονται στην διάγνωση. Τα συμπτώματα αυτά είναι:

  • καταθλιπτική διάθεση κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σχεδόν καθημερινά, όπως υποδεικνύεται είτε από υποκειμενικές αναφορές (π.χ., νιώθω λυπημένος ή κενός) είτε από παρατήρηση τρίτων (π.χ. φαίνεται δακρυσμένος). Να σημειωθεί ότι στα παιδιά και τους εφήβους, αυτό μπορεί να είναι ευερέθιστη διάθεση.
  • σημαντικά μειωμένο ενδιαφέρον ή ευχαρίστηση σε όλες, ή σχεδόν όλες, τις δραστηριότητες κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σχεδόν καθημερινά (όπως υποδεικνύεται είτε από υποκειμενικές αναφορές ή από παρατήρηση τρίτων).
  • σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους χωρίς το άτομο να είναι σε δίαιτα (π.χ., μια αλλαγή μεγαλύτερη από 5% του σωματικού βάρους σε ένα μήνα), ή μείωση ή αύξηση της όρεξης σχεδόν καθημερινά.
  • αϋπνία ή υπερυπνία σχεδόν κάθε μέρα.
  • ψυχοκινητική διέγερση ή επιβράδυνση σχεδόν καθημερινά (κάτι το οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτό και από άλλους, όχι απλώς υποκειμενικά αισθήματα ανησυχίας).
  • κόπωση ή απώλεια ενέργειας σχεδόν κάθε μέρα.
  • αισθήματα αναξιότητας ή υπερβολικών ή αδικαιολόγητων ενοχών (που μπορεί να είναι παραληρητικές) σχεδόν καθημερινά (όχι απλώς αυτο-μομφή ή ενοχή για αδιαθεσία).
  • μειωμένη ικανότητα σκέψης ή συγκέντρωσης ή αναποφασιστικότητα, σχεδόν κάθε μέρα (είτε από υποκειμενικές αναφορές ή από παρατήρηση τρίτων).
  • επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου (όχι μόνο φόβος θανάτου), επαναλαμβανόμενος αυτοκτονικός ιδεασμός χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο ή μια απόπειρα αυτοκτονίας ή ύπαρξη συγκεκριμένου σχεδίου για αυτοκτονία.

Προτού όμως γίνει η διάγνωση, ο ψυχολόγος/ψυχοθεραπευτής/ψυχίατρος θα πρέπει να γνωρίζει ότι τα συμπτώματα αυτά δεν εξηγούνται καλύτερα από την ύπαρξη άλλης ψυχιατρικής διαταραχής, ότι τα συμπτώματα προκαλούν κλινικά σημαντική δυσφορία ή έκπτωση των κοινωνικών, επαγγελματικών ή άλλων σημαντικών περιοχών της λειτουργικότητας, ότι τα συμπτώματα δεν οφείλονται στις άμεσες φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (π.χ. χρήση ή κατάχρηση φαρμάκων) ή μιας γενικής ιατρικής κατάστασης (π.χ. υποθυρεοειδισμός), και ότι επίσης τα συμπτώματα δεν οφείλονται, ή δεν οφείλονται στο πένθος (η κατάθλιψη αποτελεί το τέταρτο στάδιο του μοντέλου της Κιούμπλερ-Ρος για την αποδοχή του θανάτου).

Σύμφωνα με τη Γνωσιο-Συμπεριφορική προσέγγιση, τα συμπτώματα της κατάθλιψης, όταν αυτή πάρει νοσηρή μορφή, επηρεάζουν την σκέψη, την συμπεριφορά, και τις καθημερινές φυσιολογικές λειτουργίες. Για παράδειγμα, τη σκέψη την διαπερνά μια καθολική αρνητικότητα και απαισιοδοξία, το άτομο θεωρεί τον εαυτό του ανίκανο, ανάξιο, άχρηστο και νοιώθει ενοχές για υποτιθέμενες πράξεις ή παραλείψεις του όταν σκέφτεται το παρελθόν του. Σύμφωνα με την θεωρία του Beck, πατέρα της Γνωσιακής-Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας, στον καταθλιπτικό ασθενή διαταράσσεται η σκέψη στο περιεχόμενο της, στην λειτουργία της αλλά και στη δομή της.

Ένα καταθλιπτικό  άτομο έχει την τάση να βλέπει τον εαυτό του ως ανεπαρκή ή αδέξιο (π.χ. «είμαι ένα βαρετό άτομο», «είμαι πληκτικός», «είμαι πολύ λυπημένος για να αρέσω στον οποιοδήποτε»). Ο καταθλιπτικός άνθρωπος έχει μια αρνητική άποψη για τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και όλων του των σχέσεων, για την δουλειά του (π.χ. «κανείς δεν εκτιμά τη δουλειά μου»), νιώθει πως έχει απορριφθεί και πως ο κόσμος γύρω του τον αντιμετωπίζει ιδιαίτερα απαιτητικά και του αποστερεί κάθε πηγή άντλησης ευχαρίστησης. Αυτό επιπρόσθετα λειτουργεί και ως φαύλος κύκλος, αφού η κοινωνική του απόσυρση μπορεί να εκλαμβάνεται ως απόρριψη από τους γύρω του με αποτέλεσμα να απομακρύνονται και έτσι να μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ αυτών και του ασθενούς.

Επίσης, ο καταθλιπτικός άνθρωπος έχει και μια αρνητική άποψη για το μέλλον, το οποίο φαίνεται να συνδέεται γνωστικά με τον βαθμό της απελπισίας. Οι πιο χαρακτηριστικές σκέψεις και λεκτικές εκφράσεις σε σχέση με μια αρνητική άποψη για το μέλλον περιλαμβάνουν: «τα πράγματα δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν καλύτερα», «ποτέ δεν θα αξίζω τίποτα» ή «εγώ ποτέ δεν θα είμαι ευτυχισμένος». Τέτοιες σκέψεις, όταν συνδυάζονται με την απελπισία και τον αυτοκτονικό ιδεασμό, μπορεί να κάνουν το θάνατο να φαίνεται σαν μια ψυχολογική ανακούφιση από τον πόνο και την ταλαιπωρία, ή  ακόμη και σαν μια απόδραση από μια κατάσταση που θεωρείται ότι είναι ανυπόφορη. Έχοντας τα πιο πάνω ως δεδομένα, το άτομο που υποφέρει από κατάθλιψη δεν μπορεί παρά να βλέπει το μέλλον του ζοφερό, χωρίς εναλλακτικές λύσεις, και θεωρεί μάταια την κάθε προσπάθεια για ανατροπή αυτών των δεδομένων, αλλά και μάταιη την δική του επιβίωση.

Η Γνωσιο-Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) αποτελεί μια εμπειρικά τεκμηριωμένη θεραπευτική μέθοδο και θεωρείτε η πιο συνήθης και αναγνωρισμένη παρέμβαση, σε συνδυασμό με τη φαρμακοθεραπεία όπου είναι απαραίτητο, για τη θεραπεία της κατάθλιψης και γενικά των συναισθηματικών διαταραχών. Η θεραπεία της κατάθλιψης μέσω της ΓΣΘ είναι μια διαδικασία εκπαιδευτικού χαρακτήρα όπου βοηθά τους ασθενείς μέσω άμεσων παρεμβάσεων σε προβλήματα του «εδώ και τώρα» να βρουν νέους τρόπους αντιμετώπισης της κατάθλιψης, μέσα από την τροποποίηση δυσπροσαρμοστικών γνωσιών (σκέψεων, αντιλήψεων, πεποιθήσεων, κλπ). Η θεραπεία της κατάθλιψης μέσω της ΓΣΘ περιλαμβάνει 2 βασικές φάσεις:

1) την διακοπή του φαύλου κύκλου των γνωσιών, της συμπεριφοράς, των συναισθημάτων,  και των αντιδράσεων που διατηρούν την κατάθλιψη, και

2) τον εντοπισμό, αμφισβήτηση και τροποποίηση ενδιάμεσων και πυρηνικών πεποιθήσεων (δηλαδή, αυτών που θεωρούνται και η ρίζα του προβλήματος).

Ένα σημαντικό πλεονεκτήματα της ΓΣΘ είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ασθενείς συμμετέχουν ενεργά στη θεραπεία τους, εντοπίζοντας τις διαστρεβλωμένες τους πεποιθήσεις, αναγνωρίζοντας τις αρνητικές τους σκέψεις και αναζητώντας εναλλακτικές σκέψεις που να αντικατοπτρίζουν πιστότερα την πραγματικότητα. Βρίσκοντας αποδεικτικά στοιχεία για την αβασιμότητα των αρνητικών τους σκέψεων, οι ασθενείς μαθαίνουν να αναζητούν και να παράγουν εναλλακτικές και πιο λειτουργικές σκέψεις, μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται γνωσιακή αναδόμηση, και έτσι αρχίζουν να συμπεριφέρονται με πιο λειτουργικό τρόπο και να διαχειρίζονται τα προβλήματα της ζωής πιο αποτελεσματικά.

Πολύ σημαντικό ρόλο όμως στην επιτυχία της θεραπείας παίζει και η θεραπευτική σχέση η οποία δημιουργείται μεταξύ θεραπευτή και ασθενή. Ο Beck επισημαίνει πως όπως και σε άλλες μορφές θεραπείας, η ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης είναι κεντρικής σημασίας για την αποτελεσματικότητα στη γνωστική θεραπεία. Από την αρχή ο Beck αναγνώρισε ότι η ζεστασιά, η ενσυναίσθηση, η γνησιότητα, η οικοδόμηση εμπιστοσύνης, η ανάπτυξη εμπαθητικής κατανόησης και ενός συνεργατικού εμπειρισμού είναι τα θεμέλια μιας αποτελεσματικής θεραπείας.

 

«Ας μιλήσουμε» (Lets Talk)

 

 

 

Πηγές:

Beck, A.T. (1967). Depression: Clinical, experimental, and theoretical aspects. New York: Hoeber. Republished as Depression: Causes and treatment. Philadelphia: University of Pennsylvania Press.

Bowlby, J. (1985). The role of childhood experience in cognitive disturbance. In Mahonen, M. J. and Freeman, A. (Eds), Cognition and Psychotherapy (pp. 181-202). New York: Plenum.

Γκοτζαμάνης, Κ. (1996). Διαγνωστικά Κριτήρια DSM-IV-TR. Αθήνα, Ελλάδα: Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας.

Παπακώστας, Ι. (1994). Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία: Θεωρεία και πράξη. Αθήνα, Ελλάδα.

 

 

canstockphoto5609507

Το παιδικό άγχος

Γράφει ο Λεωνίδας Ηρακλέους, Εγγεγραμμένος Συμβουλευτικός Ψυχολόγος

 

Τι είναι το άγχος;

Το άγχος είναι μια συγκινησιακή κατάσταση έντονης ανησυχίας, αγωνίας, φόβου και ανασφάλειας. Είναι, δηλαδή, ένα δυσάρεστο συναίσθημα που βιώνει κάποιος, το οποίο προκαλείται από την αναμονή ότι κάτι επικίνδυνο ή κάτι αρνητικό θα του συμβεί.

Σε τι αποσκοπεί;

Το άγχος μπορεί να παρομοιαστεί με ένα σύστημα συναγερμού που μας προειδοποιεί και μας προετοιμάζει για μια αναμενόμενη (πραγματική ή φανταστική) απειλή. Αυτό το σύστημα συναγερμού είναι φυσιολογικό και απαραίτητο για την επιβίωση του ανθρώπου, όταν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος ή απειλή (π.χ. βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα άγριο θηρίο). Έτσι, αυτός ο «συναγερμός», στα φυσιολογικά πλαίσια, είναι ένα συναίσθημα χρήσιμο και βοηθητικό  για τον άνθρωπο. Εφόσον και τα παιδιά φέρουν αυτό το σύστημα συναγερμού από τη γέννηση τους, είναι φυσικό και αναμενόμενο να βιώνουν και αυτά άγχος για διάφορους λόγους και αιτίες στην καθημερινότητα τους.

Αναπτυξιακοί παράγοντες σε σχέση με το παιδικό άγχος

Το αντικείμενο του άγχους αλλάζει και διαμορφώνεται ανάλογα με το αναπτυξιακό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται ένα παιδί. Με άλλα λόγια, το τι συνήθως προκαλεί άγχος σε ένα παιδί εξαρτάται από την ηλικία στην οποία βρίσκεται. Για παράδειγμα:

  • Στη βρεφική ηλικία: Δυνατοί θόρυβοι, ξένα πρόσωπα, κλπ.
  • Στη νηπιακή ηλικία: Αποχωρισμός, σκοτάδι, τέρατα, κλπ.
  • Στη παιδική ηλικία: Τραυματισμός, φυσικές καταστροφές, προκλήσεις και δοκιμασίες, κλπ.
  • Στην εφηβική ηλικία: Κοινωνική αποδοχή, ανησυχίες για την επίδοση τους, κλπ.

Πότε το άγχος γίνεται προβληματικό;

Όπως προαναφέρθηκε, το άγχος είναι μια φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού, η οποία είναι βοηθητική και χρήσιμη για το άτομο, γιατί το κινητοποιεί να δράσει όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με κάποιο κίνδυνο ή όταν νιώθει ότι βρίσκεται υπό την απειλή κάποιου κινδύνου.

Όταν όμως το άγχος γίνεται υπερβολικό και υπέρμετρο, αντί να βοηθά τo παιδί (ή τον ενήλικα), το παραλύει και το καθιστά ανίκανο να αντεπεξέλθει στις καθημερινές απαιτήσεις και στις αναμενόμενες για το αναπτυξιακό του επίπεδο προκλήσεις.

Γενικά, το προβληματικό άγχος διαφέρει από το φυσιολογικό στην ένταση, στη διάρκεια και  στη συχνότητα του, και κυρίως στο γεγονός ότι η λειτουργικότητα του παιδιού επηρεάζεται αρνητικά. Με άλλα λόγια, η αδυναμία ενός παιδιού να διαχειριστεί ικανοποιητικά το άγχος που βιώνει μπορεί να προκαλέσει αρνητικές επιπτώσεις σε σημαντικούς  τομείς της ζωής του, όπως οικογένεια, σχολείο, και κοινωνικότητα. Για παράδειγμα, ένα αγόρι που αποφεύγει να κάνει τα μαθήματα του (από φόβο ότι θα κάνει λάθος και θα αξιολογηθεί αρνητικά) μπορεί να οδηγηθεί σε σχολική αποτυχία, ή ένα κορίτσι που (λόγω υπερβολικού άγχους) αποφεύγει κοινωνικές δραστηριότητες με συνομήλικες της μπορεί να οδηγηθεί σε κοινωνική απομόνωση.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το υπερβολικό άγχος ενός παιδιού, και ειδικά το παθολογικό, έχει αρνητικό αντίκτυπο σε όλο το σύστημα της οικογένειας. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας επηρεάζονται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο από την συμπεριφορά του παιδιού με διαταραχή άγχους. Για παράδειγμα, οι γονείς μπορεί να αναγκάζονται να περνούν πιο πολλή ώρα με το παιδί αυτό παρά με άλλα μέλη της οικογένειας , και οι οικογενειακές δραστηριότητες (π.χ. τι θα κάνουν, που θα πάνε, ποιους θα δουν) να προσαρμόζονται ανάλογα ή να περιορίζονται σημαντικά.

Γιατί ένα παιδί μπορεί να αναπτύξει υπερβολικό άγχος;

Για να παρουσιάσει ένα παιδί υπερβολικό άγχος, συνήθως συμβάλλουν αρκετοί παράγοντες. Οι παράγοντες αυτοί χωρίζονται στις παρακάτω κατηγορίες:

  • Γενετικοί παράγοντες, κληρονομικότητα, προδιάθεση. Συνήθως ο ένας από τους γονείς είναι αγχώδης.
  • Περιβαλλοντικοί παράγοντες (π.χ. οικογένεια, σχολείο). Ο τρόπος διαπαιδαγώγησης του παιδιού μπορεί να συμβάλει στην εκδήλωση υπερβολικού άγχους. Επίσης οι αγχωτικοί γονείς μπορούν να μεταδώσουν το άγχος στα παιδιά τους άθελα τους, μέσα από τη συμπεριφορά τους και τη στάση τους.
  • Βιώματα και γεγονότα ζωής. Τραυματικές εμπειρίες (κακοποίηση, φυσικές καταστροφές, ένα ατύχημα ), εκφοβισμός, κλπ.
  • Ανασφαλής Δεσμός Προσκόλλησης. Όταν ο γονιός (ή ο κύριος φροντιστής) δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στις ανάγκες του βρέφους, το τελευταίο βιώνει μια κατάσταση συνεχούς ανασφάλειας, φόβου και άγχους. Έτσι, το παιδί εσωτερικεύει αυτό το αίσθημα ανασφάλειας, το οποίο και επηρεάζει αρνητικά τη μετέπειτα ζωή του (π.χ. το άτομο βιώνει έντονο άγχος στις διαπροσωπικές και κοινωνικές του αλληλεπιδράσεις).

Πως εκδηλώνεται το υπερβολικό παιδικό άγχος;

Το υπερβολικό άγχος στα παιδιά εκδηλώνεται κυρίως μέσα από σωματικά συμπτώματα, συμπεριφορές, και σκέψεις.

Τα σωματικά συμπτώματα περιλαμβάνουν διάφορες σωματικές ενοχλήσεις όπως ταχυκαρδία,  πονοκέφαλοι, ζαλάδες, γαστρεντερικά προβλήματα, εμετοί, δύσπνοια,  συχνοουρία, εφιδρώσεις, δυσκολίες συγκέντρωσης, διαταραχές ύπνου, κλπ.

Όσον αφορά τις συμπεριφορές, το παιδικό άγχος εκδηλώνεται κυρίως με την αποφυγή. Το παιδί τείνει να αποφεύγει αυτά που του προκαλούν άγχος και φόβο (π.χ. κοινωνικές δραστηριότητες με συνομηλίκους του), γιατί έτσι ανακουφίζεται από  τα αισθήματα δυσφορίας που του δημιουργούνται. Επιπλέον, το άγχος εκφράζεται συνήθως μέσα από διστακτικότητα,  αβεβαιότητα, απόσυρση,  τελετουργικές πράξεις, υπερβολική αναστολή,  μη-υγιή προσκόλληση στους γονείς, κλπ. Άλλες αρνητικές συμπεριφορές στα παιδιά, όπως ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, εκρήξεις θυμού, και κλάμα πιθανόν να σχετίζονται με την ύπαρξη άγχους.

Το προβληματικό άγχος συνοδεύεται συχνά και από αρνητικές σκέψεις, εσφαλμένες πεποιθήσεις, και στρεβλώσεις. Π.χ. «κάτι κακό θα μου συμβεί», «δεν αξίζω, είμαι ανίκανος», «αν αποτύχω κανένας δεν θα με θέλει».

Μορφές με τις οποίες μπορεί να εκδηλωθεί το άγχος του παιδιού. Τύποι διαταραχών:

  1. Ειδικές Φοβίες
  2. Διαταραχή άγχους αποχωρισμού
  3. Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή
  4. Κοινωνική αγχώδης διαταραχή
  5. Επιλεκτική αλαλία
  6. Ιδεοψυχαναγκαστική διατραχή
  7. Διαταραχή μετατραυματικού στρες
  8. Διαταραχή Πανικού

 

Ο ρόλος του γονιού

Για να μπορέσει ένας γονιός να βοηθήσει το παιδί του, θα πρέπει αρχικά να αναγνωρίσει την ύπαρξη του προβλήματος. Μερικά προειδοποιητικά σημάδια που μπορεί να διερευνήσει είναι τα εξής:

  • Μήπως το παιδί μου ρωτά συνεχώς, ζητά διαβεβαιώσεις;
  • Μήπως το παιδί μου συστηματικά αποφεύγει καταστάσεις ή δραστηριότητες , κατάλληλες για την ηλικία του; Αποσύρεται και απομονώνεται;
  • Παρουσιάζει σωματικά συμπτώματα χωρίς να υπάρχει οργανική παθολογία;
  • Κάνει καθημερινές τελετουργικές πράξεις (π.χ. οργανώνει αντικείμενα με καθορισμένο τρόπο);
  • Ανησυχεί υπερβολικά ότι θα αναστατώσει τους άλλους;
  • Δυσφορεί όταν βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής;
  • Συχνά αναμένει ότι κάτι κακό θα συμβεί;
  • Φοβάται υπερβολικά ότι θα αποτύχει;
  • Έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση;
  • Χαρακτηρίζεται από νευρικότητα και υπερένταση;

Στο παιδικό άγχος, ο ρόλος του γονιού είναι καθοριστικός. Μπορεί να συνεισφέρει άθελα του στο πρόβλημα, ενισχύοντας συμπεριφορές του παιδιού (π.χ. αποφυγή) που όχι μόνο διαιωνίζουν το άγχος αλλά το κάνουν και χειρότερο.

Μπορεί, όμως, μέσα από τις κατάλληλες μεθόδους διαπαιδαγώγησης να βοηθήσει το παιδί του να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί επιτυχώς το πρόβλημα.

Τι μπορεί να κάνει ο γονιός σε περίπτωση ύπαρξης προβλήματος;

  • Να αναγνωρίσει τη δυσκολία του παιδιού του.
  • Να αποδεχτεί και να σεβαστεί τα συναισθήματα του παιδιού. Να προσπαθήσει να κατανοήσει το πώς νιώθει το παιδί, να το συναισθανθεί.
  • Να βοηθήσει το παιδί να εκφράσει αυτά που νιώθει, να λεκτικοποιήσει τα συναισθήματα του.
  • Να ενθαρρύνει το παιδί του να κάνει μικρά βήματα, αλλά χωρίς να το πιέσει. Να δείχνει στο παιδί ότι έχει πίστη σε αυτό ότι μπορεί να τα καταφέρει. Να επιβραβεύει τις «τολμηρές» συμπεριφορές, όσο μικρές κι αν είναι.
  • Να πληροφορήσει το παιδί για τη κατάσταση του (το υπερβολικό άγχος), χωρίς να το κάνει να νιώθει ενοχές (π.χ. «δεν φταις εσύ γι’αυτό»).
  • Να το στηρίζει όπου χρειάζεται αλλά να μην το υπερπροστατεύει.
  • Να δίνει επιλογές στο παιδί, όπου είναι δυνατό. Έτσι το παιδί νιώθει ότι έχει κάποιο έλεγχο στη ζωή του, ενδυναμώνεται.
  • Να βοηθά το παιδί να διερευνά την ακρίβεια των φόβων και των ανησυχιών του. Οι φόβοι και οι ανησυχίες για κάποιο αναμενόμενο κίνδυνο (π.χ. φυσική καταστροφή) ή αρνητικό γεγονός (π.χ. «οι άλλοι θα με κοροιδεύουν») βασίζονται στη πραγματικότητα; Ποιες οι πιθανότητες να συμβεί στα αλήθεια αυτό που φοβάται το παιδί;
  • Να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια από έναν ειδικό ψυχικής υγείας (π.χ. ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή), εάν χρειαστεί. Μέσω της διαδικασίας αυτής, το παιδί μπορεί να εφοδιαστεί με σημαντικές δεξιότητες για αποτελεσματική διαχείριση του άγχους.

Επίσης ο γονιός μπορεί να βοηθήσει:

  • Θέτοντας υγιή και ξεκάθαρα όρια, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού και προσαρμοσμένα στο αναπτυξιακό του επίπεδο.
  • Προσπαθώντας να είναι καλό πρότυπο για το παιδί. Το παιδί μαθαίνει από παράδειγμα.
  • Εφαρμόζοντας Θετική Διαπαιδαγώγηση (Positive Discipline).
  • Αποβάλλοντας το δικό του άγχος ή βρίσκοντας υγιείς τρόπους διαχείρισης του.
  • Μαθαίνοντας να διερευνά να δικά του συναισθήματα ή/ και τις πεποιθήσεις του σχετικά με το γονικό του ρόλο, ειδικά εάν αυτά επηρεάζουν αρνητικά τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.
  • Προσφέροντας ευκαιρίες για ανάπαυση και ποιοτικό οικογενειακό χρόνο, έτσι ώστε το παιδί να μπορεί να απολαμβάνει την ηλικία του σε ένα περιβάλλον συναισθηματικής ασφάλειας.

 

wall_relationshipsgroups

«Ο μύθος του Τέλειου συντρόφου». Ομάδα Αυτογνωσίας και Προσωπικής Ανάπτυξης.

Υπάρχει όντως ο τέλειος σύντροφος ή μήπως είναι δημιούργημα των ΜΜΕ, των διαφημίσεων, των σεναρίων ταινιών που εστιάζονται στο μήνα του μέλιτος μιας σχέσης, για να μπορέσουν να αυξήσουν τα έσοδα των ταμείων τους; Υπάρχουν διάφορες παρερμηνίες για το τι είναι αγάπη. Διάφορα κοινωνικά «πρέπει» και τάσεις προστάζουν καθημερίνα πως μόνο ο μεγάλος έρωτας θα μας βγάλει από το αδιέξοδο, θα μας «σώσει», θα δώσει νόημα στη ζωή μας.

Καθημερινά τρεφόμαστε από θυελλώδεις ερωτικές ιστορίες και από κοινωνικές κατασκευές περί αγάπης χωρίς πόνο και κόπο. Η πραγματικότητα, όμως, μας φέρνει αντιμέτωπους με πραγματικές σχέσεις και πραγματικούς ανθρώπους  με αδυναμίες, ελαττώματα και ευάλωτα σημεία, αλλά και με τον ίδιο μας, τον πραγματικό, εαυτό. Αυτή η απογοήτευση μας κάνει να προσκολλόμαστε ακόμη περισσότερο στην ιδέα, το όνειρο και τον μύθο της Τέλειας αγάπης και του/της Τέλειου/ας συντρόφου, στερώντας μας έτσι την ευκαιρία του να έρθουμε σε επαφή με την καλή πλευρά και τις θετικές όψεις ενός υποψήφιου ρομαντικού συντρόφου. Και τότε, τη σκυτάλη παίρνει το άγχος, η θλίψη, και η απελπισία για το ότι δεν θα βρούμε ποτέ τον/την τέλειο/α σύντροφο.

Στόχος της ομάδας είναι να αναγνωρίσουν οι συμμετέχοντες τι πραγματικά θέλουν από μια σχέση και τι είναι έτοιμοι οι ίδιοι τους να «δώσουν» σε μια μακροχρόνια συντροφική/συναισθηματική σχέση.

Μέσα από την ομάδα αυτογνωσίας, οι συμμετέχοντες θα βοηθηθούν στο να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους, να βελτιώσουν διάφορες δεξιότητες τους, να διαχειριστούν τις αντιδράσεις αλλά και τις συμπεριφορές τους που προκαλούν «θέματα» στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Τα πιο πάνω θέματα διερευνώνται σε ένα ασφαλές, εχέμυθο και υποστηρικτικό περιβάλλον, στοχεύοντας στην εύρεση εναλλακτικών θεωρήσεων της θεματικής του «Τέλειου συντρόφου και της Τέλειας σχέσης».

Πληροφορίες

Η Ομάδα θα ξεκινήσει τη Δευτέρα, 30/01/2017 στις 6:30μμ, και θα έχει διάρκεια 10 συναντήσεων των 75 λεπτών.

Κόστος συμμετοχής: 15 Ευρώ ανά συνάντηση

Ημέρα και Ώρα εβδομαδιαίας διεξαγωγής ομάδας: Κάθε Δευτέρα, 6:30μμ-7:45μμ.

Χώρος: Κέντρο Συμβουλευτικής, Ψυχοθεραπείας και Ανάπτυξης «Ψυχονόησης», Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ’ 41, Γραφείο. 401, Λεμεσός, 3065

Συντονίστρια Ομάδας: Ιφιγένεια Παύλου Ηρακλέους, Ψυχολόγος, Γνωσιο-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεύτρια

Για δηλώσεις συμμετοχής τηλεφωνείστε στο 99-669173

kidsplay3

Πως το παιχνίδι μπορεί να βοηθήσει και στις σχολικές επιδόσεις των παιδιών!

Δυστυχώς, το σχολείο, οι ξένες γλώσσες και οι εξωσχολικές δραστηριότητες περιορίζουν σημαντικά τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών με αποτέλεσμα το παιχνίδι να αποτελεί γι’ αυτά μια απρόσιτη πολυτέλεια. Ωστόσο, πλέον αποδεικνύεται επιστημονικά ότι θα πρέπει να το εντάξουμε και πάλι στην καθημερινότητά τους- όχι μόνο για διασκέδαση. Γιατί, αντίθετα, με ότι πιστεύουμε, το παιχνίδι δεν αποσπά τα παιδιά από τα μαθήματά τους, αλλά τα βοηθά να βελτιώσουν τις σχολικές τους επιδόσεις. Μήπως να κόψουμε το φροντιστήριο και να αρχίσουμε το παιχνίδι;

kidsplay1

  1. Το παιχνίδι στον παιδικό σταθμό είναι η καλύτερη προετοιμασία για το σχολείο

Συνήθως στο Νηπιαγωγείο τα παιδιά μαθαίνουν την Αλφάβητο και την βασική αριθμητική έτσι ώστε να έχουν ένα προβάδισμα στην Α’ Δημοτικού. Όμως, όπως φαίνεται από σχετική έρευνα, αυτές οι πρώτες γνώσεις δεν βοηθούν τα παιδιά στις μετέπειτα επιδόσεις τους. Αντίθετα, το παιχνίδι φάνηκε να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ικανότητα των μικρών μαθητών να αναγνωρίζουν γράμματα, αριθμούς και αντικείμενα, χωρίς να αποκτούν γνώσεις «παπαγαλίας», αλλά μαθαίνοντας εμπειρικά μέσα από την αλληλεπίδραση με τα υπόλοιπα παιδιά.

  1. Οι ειδικοί συνιστούν: παίξτε με τα παιδιά σας για να τα κάνετε εξυπνότερα

Εκτός του ότι το παιχνίδι είναι ο καλύτερος και ο πιο διασκεδαστικός τρόπος να περάσετε χρόνο με το παιδί, αυτό που ενδεχομένως δεν ξέρετε είναι ότι έτσι το βοηθάτε να γίνει καλύτερος μαθητής. Αναρωτιέστε πώς; Η επικοινωνία με έναν μεγάλο το βοηθά να αναπτύξει το λεξιλόγιό του αλλά και τον τρόπο που σκέφτεται. Φυσικά, αν το σκεφτούμε καλύτερα, είναι απολύτως λογικό, γιατί ένας ενήλικας θα καθοδηγήσει το παιδί και θα του υποδείξει έναν πιο εξελιγμένο τρόπο σκέψης από ένα συνομήλικό του. Η καλύτερη ιδέα για να περάσετε χρόνο παίζοντας είναι να διασκεδάσετε οικογενειακώς με επιτραπέζια που θα ακονίσουν το μυαλό των παιδιών αλλά και… το δικό σας.

kidsplay2

  1. Τα παιδιά μαθαίνουν να «λύνουν προβλήματα»

Κάθε παιχνίδι – από το ατομικό παζλ που θα συναρμολογήσει μόνο του το παιδί μέχρι το ομαδικό κρυφτό που θα παίξει με τους συμμαθητές του-  έχει έναν σκοπό. Ο σκοπός αυτός από μόνος του απαιτεί και μια λύση, που το παιδί καλείται να βρει. Έτσι, συγκεντρώνεται στον στόχο του και προσπαθεί να κερδίσει, χρησιμοποιεί τη σκέψη και την ευρηματικότητά του.

Ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνει, μέσω του παιχνιδιού, το παιδί μπαίνει στη λογική του να «λύνει προβλήματα»- μια διαδικασία που θα αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη για τα μαθήματα.

  1. Η εκτόνωση τα βοηθά στη συγκέντρωση

Όπως και να το κάνουμε, το παιχνίδι είναι μια εκτόνωση, σωματική και πνευματική. Σχετική μελέτη έδειξε ότι τα παιδιά που παίζουν έξω μπορούν να μείνουν περισσότερη ώρα συγκεντρωμένα στην τάξη και να προσέξουν τη δασκάλα. Αυτόματα, η συγκέντρωση οδηγεί σε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το μάθημα και το ενδιαφέρον οδηγεί σε καλύτερες επιδόσεις. Τα παιδιά που ξαναέβαλαν το παιχνίδι στην καθημερινότητά τους βελτίωσαν σημαντικά τις επιδόσεις τους στα μαθηματικά, τη γλώσσα αλλά και τις φυσικές επιστήμες.

kidsplay3

  1. Οι δεξιότητες που αναπτύσσονται μέσω του παιχνιδιού βοηθούν και στο σχολείο!

Ένα από τα πιο σημαντικά πλεονεκτήματα του ομαδικού παιχνιδιού είναι ότι προάγει την επικοινωνία μεταξύ των παιδιών και άρα τις κοινωνικές τους δεξιότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα πιο «κλειστό» παιδί δεν μπορεί να είναι καλός μαθητής, αλλά ενδεχομένως να μην έχει το πλεονέκτημα της αλληλεπίδρασης.

 

Εκτός αυτού, όμως, η ανταλλαγή… απόψεων και φαντασίας μπορεί να έχει ιδιαίτερα θετική επίδραση στα μικρά παιδιά. Ειδικά αν πρόκειται για παιχνίδια στα οποία χρειάζεται να επιστρατεύσουν την φαντασία τους και να «πλάσουν» μια δική τους ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, το όφελος που αποκομίζουν είναι δεδομένο.

 

 

 

Πηγή εδώ

ExpGrLEO

Πώς να μιλώ στο παιδί μου για να με ακούει

Όταν ένας γονιός λέει στο παιδί του «σου το είπα χίλιες φορές….», φταίει το παιδί που δεν «ακούει» ή ο γονιός που συνεχίζει να λέει αυτό που θέλει να πει με τον λάθος τρόπο;

 

Αρκετοί γονείς συχνά παραπονιούνται ότι τα παιδιά τους δεν τους ακούν. Φωνές, τσακωμοί, απειλές ή εκβιασμοί γίνονται μέρος της οικογενειακής καθημερινότητας – αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Υπάρχει καλύτερος τρόπος;

Στόχος του εργαστηρίου είναι να εισαγάγει τους συμμετέχοντες σε εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας  και δεξιότητες που μπορούν να βοηθήσουν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των καθημερινών -μικρών ή μεγάλων- προκλήσεων, αλλά και να προωθήσουν τη συνεργασία, τη θετική πειθαρχία και τον αμοιβαίο σεβασμό, συμβάλλοντας στο χτίσιμο της υγιούς και ολοκληρωμένης προσωπικότητας του παιδιού.

Το εργαστήρι έχει βιωματικό χαρακτήρα και απευθύνεται σε γονείς ή φροντιστές παιδιών/ εφήβων, νηπιαγωγούς, δασκάλους, κλπ.

Θέσεις περιορισμένες.

Ημέρα: Τρίτη, 01 Νοεμβρίου, 2016

Ώρες: 18:00-21:00

Πληροφορίες και εγγραφές: Τηλ. 99669173

Συντονιστής ομάδων: Λεωνίδας Ηρακλέους, εγγεγραμμένος Συμβουλευτικός Ψυχολόγος. Σπούδασε στην Νέα Υόρκη (ΗΠΑ) και  έχει πέραν των δέκα ετών εμπειρία στο συντονισμό  ομάδων  εφήβων και γονιών.