Blog

Διαβάστε άρθρα σχετικά με ψυχολογία, συμβουλευτική, ψυχοθεραπεία!

bigstock-Frustrated-Depression-Man-In-T-166612904

«Ας μιλήσουμε για τη κατάθλιψη: τι πρέπει να γνωρίζουμε»

Γράφει η Ιφιγένεια Παύλου Ηρακλέους, Γνωσική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεύτρια

 

Στην καθημερινότητα χρησιμοποιείται ο όρος κατάθλιψη όταν κάποιος θέλει να περιγράψει μια κατάσταση θλίψης και μελαγχολίας, κάτι που συνήθως είναι παροδικό και πιθανόν να οφείλεται σε κάτι σχετικά επουσιώδες. Αυτή η θλίψη διαφέρει από την μείζων καταθλιπτική διαταραχή κατά πολύ και όπως μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω υπάρχουν αρκετά κριτήρια για να διαγνωστεί ένα άτομο με τη διαταραχή αυτή. Η κλινική κατάθλιψη έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο τόσο στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή των ασθενών (προκαλώντας σοβαρές λειτουργικές βλάβες), όσο και στις ζωές των οικογενειών τους. Φέτος, η Παγκόσμια Ημέρα Υγείας (2017), η οποία γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 7 Απριλίου, είναι αφιερωμένη στην κατάθλιψη, με κεντρικό μήνυμα το «Ας μιλήσουμε» (Lets Talk). Η κατάθλιψη είναι τώρα η κύρια αιτία κακής υγείας και αναπηρίας στον κόσμο, όπως ανακοίνωσε πρόσφατα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.), με περισσότερους από 300 εκατομμύρια ανθρώπους να υποφέρουν από αυτή την ασθένεια. Το ποσοστό της κατάθλιψης αυξήθηκε κατά περισσότερο από 18% από το 2005, και αυτό πιθανόν να οφείλεται στην έλλειψη μέριμνας και υποστήριξης για την ψυχική υγεία από τους αρμόδιους οργανισμούς/φορείς. Επιπλέον, ο φόβος για το στίγμα της ασθένειας οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να μην αναζητούν τη θεραπεία που χρειάζονται προκειμένου να ζήσουν υγιείς, παραγωγικές ζωές.

Για να διαγνωστεί ένα άτομο με μείζον καταθλιπτική διαταραχή, θα πρέπει να πληροί κάποια κριτήρια που έχουν καθοριστεί από την Αμερικάνική Ψυχιατρική Εταιρεία.

Ένα μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο θα πρέπει να έχει πέντε ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα, να είναι παρόντα κατά την περίοδο 2 εβδομάδων και να αντιπροσωπεύουν μια αλλαγή από την προηγούμενη λειτουργία του ατόμου. Τουλάχιστον ένα από τα συμπτώματα θα πρέπει να είναι είτε η καταθλιπτική διάθεση ή η απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι συμπτώματα τα οποία οφείλονται σε μια γενική ιατρική πάθηση, όπως παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις δεν περιλαμβάνονται στην διάγνωση. Τα συμπτώματα αυτά είναι:

  • καταθλιπτική διάθεση κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σχεδόν καθημερινά, όπως υποδεικνύεται είτε από υποκειμενικές αναφορές (π.χ., νιώθω λυπημένος ή κενός) είτε από παρατήρηση τρίτων (π.χ. φαίνεται δακρυσμένος). Να σημειωθεί ότι στα παιδιά και τους εφήβους, αυτό μπορεί να είναι ευερέθιστη διάθεση.
  • σημαντικά μειωμένο ενδιαφέρον ή ευχαρίστηση σε όλες, ή σχεδόν όλες, τις δραστηριότητες κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σχεδόν καθημερινά (όπως υποδεικνύεται είτε από υποκειμενικές αναφορές ή από παρατήρηση τρίτων).
  • σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους χωρίς το άτομο να είναι σε δίαιτα (π.χ., μια αλλαγή μεγαλύτερη από 5% του σωματικού βάρους σε ένα μήνα), ή μείωση ή αύξηση της όρεξης σχεδόν καθημερινά.
  • αϋπνία ή υπερυπνία σχεδόν κάθε μέρα.
  • ψυχοκινητική διέγερση ή επιβράδυνση σχεδόν καθημερινά (κάτι το οποίο μπορεί να γίνει αντιληπτό και από άλλους, όχι απλώς υποκειμενικά αισθήματα ανησυχίας).
  • κόπωση ή απώλεια ενέργειας σχεδόν κάθε μέρα.
  • αισθήματα αναξιότητας ή υπερβολικών ή αδικαιολόγητων ενοχών (που μπορεί να είναι παραληρητικές) σχεδόν καθημερινά (όχι απλώς αυτο-μομφή ή ενοχή για αδιαθεσία).
  • μειωμένη ικανότητα σκέψης ή συγκέντρωσης ή αναποφασιστικότητα, σχεδόν κάθε μέρα (είτε από υποκειμενικές αναφορές ή από παρατήρηση τρίτων).
  • επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου (όχι μόνο φόβος θανάτου), επαναλαμβανόμενος αυτοκτονικός ιδεασμός χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο ή μια απόπειρα αυτοκτονίας ή ύπαρξη συγκεκριμένου σχεδίου για αυτοκτονία.

Προτού όμως γίνει η διάγνωση, ο ψυχολόγος/ψυχοθεραπευτής/ψυχίατρος θα πρέπει να γνωρίζει ότι τα συμπτώματα αυτά δεν εξηγούνται καλύτερα από την ύπαρξη άλλης ψυχιατρικής διαταραχής, ότι τα συμπτώματα προκαλούν κλινικά σημαντική δυσφορία ή έκπτωση των κοινωνικών, επαγγελματικών ή άλλων σημαντικών περιοχών της λειτουργικότητας, ότι τα συμπτώματα δεν οφείλονται στις άμεσες φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (π.χ. χρήση ή κατάχρηση φαρμάκων) ή μιας γενικής ιατρικής κατάστασης (π.χ. υποθυρεοειδισμός), και ότι επίσης τα συμπτώματα δεν οφείλονται, ή δεν οφείλονται στο πένθος (η κατάθλιψη αποτελεί το τέταρτο στάδιο του μοντέλου της Κιούμπλερ-Ρος για την αποδοχή του θανάτου).

Σύμφωνα με τη Γνωσιο-Συμπεριφορική προσέγγιση, τα συμπτώματα της κατάθλιψης, όταν αυτή πάρει νοσηρή μορφή, επηρεάζουν την σκέψη, την συμπεριφορά, και τις καθημερινές φυσιολογικές λειτουργίες. Για παράδειγμα, τη σκέψη την διαπερνά μια καθολική αρνητικότητα και απαισιοδοξία, το άτομο θεωρεί τον εαυτό του ανίκανο, ανάξιο, άχρηστο και νοιώθει ενοχές για υποτιθέμενες πράξεις ή παραλείψεις του όταν σκέφτεται το παρελθόν του. Σύμφωνα με την θεωρία του Beck, πατέρα της Γνωσιακής-Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας, στον καταθλιπτικό ασθενή διαταράσσεται η σκέψη στο περιεχόμενο της, στην λειτουργία της αλλά και στη δομή της.

Ένα καταθλιπτικό  άτομο έχει την τάση να βλέπει τον εαυτό του ως ανεπαρκή ή αδέξιο (π.χ. «είμαι ένα βαρετό άτομο», «είμαι πληκτικός», «είμαι πολύ λυπημένος για να αρέσω στον οποιοδήποτε»). Ο καταθλιπτικός άνθρωπος έχει μια αρνητική άποψη για τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και όλων του των σχέσεων, για την δουλειά του (π.χ. «κανείς δεν εκτιμά τη δουλειά μου»), νιώθει πως έχει απορριφθεί και πως ο κόσμος γύρω του τον αντιμετωπίζει ιδιαίτερα απαιτητικά και του αποστερεί κάθε πηγή άντλησης ευχαρίστησης. Αυτό επιπρόσθετα λειτουργεί και ως φαύλος κύκλος, αφού η κοινωνική του απόσυρση μπορεί να εκλαμβάνεται ως απόρριψη από τους γύρω του με αποτέλεσμα να απομακρύνονται και έτσι να μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ αυτών και του ασθενούς.

Επίσης, ο καταθλιπτικός άνθρωπος έχει και μια αρνητική άποψη για το μέλλον, το οποίο φαίνεται να συνδέεται γνωστικά με τον βαθμό της απελπισίας. Οι πιο χαρακτηριστικές σκέψεις και λεκτικές εκφράσεις σε σχέση με μια αρνητική άποψη για το μέλλον περιλαμβάνουν: «τα πράγματα δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν καλύτερα», «ποτέ δεν θα αξίζω τίποτα» ή «εγώ ποτέ δεν θα είμαι ευτυχισμένος». Τέτοιες σκέψεις, όταν συνδυάζονται με την απελπισία και τον αυτοκτονικό ιδεασμό, μπορεί να κάνουν το θάνατο να φαίνεται σαν μια ψυχολογική ανακούφιση από τον πόνο και την ταλαιπωρία, ή  ακόμη και σαν μια απόδραση από μια κατάσταση που θεωρείται ότι είναι ανυπόφορη. Έχοντας τα πιο πάνω ως δεδομένα, το άτομο που υποφέρει από κατάθλιψη δεν μπορεί παρά να βλέπει το μέλλον του ζοφερό, χωρίς εναλλακτικές λύσεις, και θεωρεί μάταια την κάθε προσπάθεια για ανατροπή αυτών των δεδομένων, αλλά και μάταιη την δική του επιβίωση.

Η Γνωσιο-Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) αποτελεί μια εμπειρικά τεκμηριωμένη θεραπευτική μέθοδο και θεωρείτε η πιο συνήθης και αναγνωρισμένη παρέμβαση, σε συνδυασμό με τη φαρμακοθεραπεία όπου είναι απαραίτητο, για τη θεραπεία της κατάθλιψης και γενικά των συναισθηματικών διαταραχών. Η θεραπεία της κατάθλιψης μέσω της ΓΣΘ είναι μια διαδικασία εκπαιδευτικού χαρακτήρα όπου βοηθά τους ασθενείς μέσω άμεσων παρεμβάσεων σε προβλήματα του «εδώ και τώρα» να βρουν νέους τρόπους αντιμετώπισης της κατάθλιψης, μέσα από την τροποποίηση δυσπροσαρμοστικών γνωσιών (σκέψεων, αντιλήψεων, πεποιθήσεων, κλπ). Η θεραπεία της κατάθλιψης μέσω της ΓΣΘ περιλαμβάνει 2 βασικές φάσεις:

1) την διακοπή του φαύλου κύκλου των γνωσιών, της συμπεριφοράς, των συναισθημάτων,  και των αντιδράσεων που διατηρούν την κατάθλιψη, και

2) τον εντοπισμό, αμφισβήτηση και τροποποίηση ενδιάμεσων και πυρηνικών πεποιθήσεων (δηλαδή, αυτών που θεωρούνται και η ρίζα του προβλήματος).

Ένα σημαντικό πλεονεκτήματα της ΓΣΘ είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ασθενείς συμμετέχουν ενεργά στη θεραπεία τους, εντοπίζοντας τις διαστρεβλωμένες τους πεποιθήσεις, αναγνωρίζοντας τις αρνητικές τους σκέψεις και αναζητώντας εναλλακτικές σκέψεις που να αντικατοπτρίζουν πιστότερα την πραγματικότητα. Βρίσκοντας αποδεικτικά στοιχεία για την αβασιμότητα των αρνητικών τους σκέψεων, οι ασθενείς μαθαίνουν να αναζητούν και να παράγουν εναλλακτικές και πιο λειτουργικές σκέψεις, μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται γνωσιακή αναδόμηση, και έτσι αρχίζουν να συμπεριφέρονται με πιο λειτουργικό τρόπο και να διαχειρίζονται τα προβλήματα της ζωής πιο αποτελεσματικά.

Πολύ σημαντικό ρόλο όμως στην επιτυχία της θεραπείας παίζει και η θεραπευτική σχέση η οποία δημιουργείται μεταξύ θεραπευτή και ασθενή. Ο Beck επισημαίνει πως όπως και σε άλλες μορφές θεραπείας, η ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης είναι κεντρικής σημασίας για την αποτελεσματικότητα στη γνωστική θεραπεία. Από την αρχή ο Beck αναγνώρισε ότι η ζεστασιά, η ενσυναίσθηση, η γνησιότητα, η οικοδόμηση εμπιστοσύνης, η ανάπτυξη εμπαθητικής κατανόησης και ενός συνεργατικού εμπειρισμού είναι τα θεμέλια μιας αποτελεσματικής θεραπείας.

 

«Ας μιλήσουμε» (Lets Talk)

 

 

 

Πηγές:

Beck, A.T. (1967). Depression: Clinical, experimental, and theoretical aspects. New York: Hoeber. Republished as Depression: Causes and treatment. Philadelphia: University of Pennsylvania Press.

Bowlby, J. (1985). The role of childhood experience in cognitive disturbance. In Mahonen, M. J. and Freeman, A. (Eds), Cognition and Psychotherapy (pp. 181-202). New York: Plenum.

Γκοτζαμάνης, Κ. (1996). Διαγνωστικά Κριτήρια DSM-IV-TR. Αθήνα, Ελλάδα: Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας.

Παπακώστας, Ι. (1994). Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία: Θεωρεία και πράξη. Αθήνα, Ελλάδα.

 

 

Write a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *